ἀλθαία


ἀλθαία
ἀλθαία, wilde Malve

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Ἀλθαία — Ἀλθαίᾱ , Ἄλθαία fem nom/voc/acc dual Ἀλθαίᾱ , Ἀλθαίη fem nom/voc/acc dual Ἀλθαίᾱ , Ἀλθαίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθαία — ἀλθαίᾱ , ἀλθαία marsh mallow fem nom/voc/acc dual ἀλθαίᾱ , ἀλθαία marsh mallow fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀλθαίᾳ — Ἀλθαίᾱͅ , Ἄλθαία fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀλθαίᾱͅ , Ἀλθαίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθαίᾳ — ἀλθαίᾱͅ , ἀλθαία marsh mallow fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αλθαία — I Μυθολογικό πρόσωπο, κόρη του βασιλιά Θεστίου και της Ευρυθέμιδας, αδελφή της Λήδας. Πήρε σύζυγό της τον βασιλιά της Καλυδώνας, Οινέα, με τον οποίο απέκτησε τέσσερις γιους, τον Τοξέα, τον Θηρέα, τον Κλύμενο και τον Μελέαγρο, και δύο κόρες, τη… …   Dictionary of Greek

  • αλθαία — (althaea).Με την ονομασία αυτή είναι γνωστά ποώδη, μονοετή ή πολυετή φυτά της οικογένειας των μαλβιδών, ιθαγενών των εύκρατων περιοχών. Είναι συγγενικά με τη μολόχα, από την οποία διακρίνονται δύσκολα. Τα φύλλα τους είναι παλαμοειδή, χνουδωτά, με …   Dictionary of Greek

  • Ἀλθαίας — Ἀλθαίᾱς , Ἄλθαία fem acc pl Ἀλθαίᾱς , Ἄλθαία fem gen sg (attic doric aeolic) Ἀλθαίᾱς , Ἀλθαίη fem acc pl Ἀλθαίᾱς , Ἀλθαίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθαίας — ἀλθαίᾱς , ἀλθαία marsh mallow fem acc pl ἀλθαίᾱς , ἀλθαία marsh mallow fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθαίαν — ἀλθαίᾱν , ἀλθαία marsh mallow fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀλθαίαν — Ἀλθαίᾱν , Ἀλθαίη fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθαίη — ἀλθαία marsh mallow fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.